Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα #ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2022

ΤΑ ΓΙΑΠΡΑΚΕΛΙΑ

 Τα γιαπρακέλια τα έφτιαχνε η Ρηνιώ η γιαγιά μου στο πετρογκάζ. Με δυόσμο μυρωμένα και μαϊντανό. Μικρούτσικα και καλοτυλιγμένα βαλμένα πλάι-πλάι, προσεκτικά. Ολόισιες πράσινες σειρές μέσα στην κατσαρόλα με λίγο λεμονοχυμό ραντισμένα να μοσχοβολά όλη η κουζίνα. Και τέλος σου έφτιαχνε και κρέμα αυγολέμονο με τα ολόφρεσκα αυγά της Αρετούλας από τις παχουλές κοτούλες της που βοσκάγανε  στην απέναντι αυλή. Γιατί τότε όλα ήταν μοίρασμα και οι γεύσεις πιο έντονες μιας που η αγάπη κι η απλότητα κάνανε τα φαγητά πεντανόστιμα. "Να παίρνεις μυρουδιά να γλιθμάς" και δώστου κι έβγαζε μικρές, πράσινες "μυρουδιές" μέσα στο πιάτο η Ρηνιώ και γέλαγε ολάκερη. Όλη η γειτονιά έτρωγε απ' τα γιαπρακέλια μας. Κι ας ήταν λιγοστά. Πάντα φτάναν και χορταίναμε όλοι.  Καλέ τι χορταίναμε; Σκάγαμε από το φαΐ.  

"Έλα Ρηνέλι μ να φας" φώναζε η γιαγιούλα μου κι εγώ ίσα με δυο-τρία γιαπρακέλια φούσκωνα από την χαρά και δεν μπορούσα να φάω άλλο. Είναι, βλέπεις η αγάπη και το νοιάξιμο που σε γεμίζει. Και σαν γυρνούσα από το σκολειό σκασμένη που δεν ήξερα να πω σωστά τις αριθμητικές και βουρκωμένη έφτανα στο σπίτι, αρκούσε κείνη η μυρωδιά του δυόσμου και του αμπελόφυλλου που σε ξεσήκωνε και σε παρηγορούσε. Και μια αγκαλιά ζεστή απ' τη γιαγιά που είχε πάντα μες την τσέπη της ποδιάς της κείνο το μυστηριώδες "αληκότις" που δεν ήταν τίποτ' άλλο παρά η συνωμοτική λέξη ανάμεσα στην μάνα και την γιαγιά πως κάτι δεν πήγαινε καλά κι έπρεπε να με παρηγορήσει εκείνη κρατώντας με στην κουζίνα ώσπου η μάνα  να ετοιμάσει το τραπέζι και τις λιχουδιές να ξεχαστώ. 

Αχ τι ονειρεμένες μέρες. Τι γεύσεις μεστές και δυνατές. Και τι γέλια τρανταχτά ήταν εκείνα. Τότε που το πρόβλημα ήταν που δεν ήξερα 7+8 ίσον δεκαπέντε και η κυρα Αγγέλα-θεός σχωρέστην- μ' έβαζε να το γράψω πολλές φορές να το μάθω καλά. Τότε που φτάναν τέσσερα γιαπράκια να πνίξω το πόνο μου για τις δυσκολίες της ζωής. Τότε που όλες οι γειτόνισσες κερνάγανε η μια στην άλλη ένα πιατάκι με φαγητό να πάρει μυρουδιά κι ο γείτονας. Κι όλο γεμίζαμε τα πιάτα και τα πήγαινα εγώ από πόρτα σε πόρτα καθώς έπαιρνα με την σειρά μου πίσω τα δικά μας τα χτεσινά γεμάτα με ότι είχε φτιάξει κείνη τη μέρα η κάθε γειτόνισσα.

Η Ρηνιώ μου σίγουρα, ακόμα μαγειρεύει γιαπρακέλια αβέρτα και  μοσκοβολάει όλη η παράδεισος με μυρουδιές Μυτιληνιές . Σίγουρα τους έχει ξεσηκώσει και δωστου τα πιάτα με τους μεζέδες της θα πηγαινοέρχονται και θα γλιθμάν απ' την λαχτάρα όλοι εκεί πάνω.Ρ.Γ.


Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2020

Ανθρώπινες σκέψεις


Διαβάζω τις τελευταίες μέρες εκατοντάδες αναρτήσεις στο ίντερνετ, σχετικές με τον θάνατο μιας μεγάλης σύγχρονης ποιήτριας. Όλοι την είχαν γνωρίσει. Όλοι την αγαπούσαν και την διάβαζαν. Όλοι έβγαζαν φωτογραφίες μαζί της. Και κάθε τόσο στο facebook και σε διάφορους τόπους διαδικτυακούς, εμφανιζόταν όλοι μαζί "γελαστοί και γελασμένοι", όπως λέει και το τραγούδι.

Κι όλο αυτό με κάνει να προβληματίζομαι έντονα και να αναρωτιέμαι. Να θυμώνω και να θέλω να βρω απαντήσεις σε όσα με βασανίζουν. Που ήταν όλοι αυτοί οι φίλοι, οι γνωστοί, οι θαυμαστές στην ώρα της ανάγκης; Εκεί έξω στην καθημερινότητα. Εκεί που η μοναξιά και η φτώχεια και η ερημιά καραδοκούν και κυβερνάνε την πραγματικότητα. Εκεί που όλα τελειώνουν στην στιγμή. Εκεί που όλα οδηγούν σε μια φωτογραφία κι έπειτα ακολουθεί η σιωπή.
Ενέργειες και πράξεις και υποχωρήσεις και ανέντιμα σκαρφαλώματα πολλών ειδών για μια στιγμή εφήμερης δόξας. Μια ματαιοδοξία που περιβάλλεται από ματαιοπονία. Γιατί όλοι σχεδόν, παλεύουν να φανούν για μια στιγμή που θα απαθανατίσουν με το κινητό τους και θα την δείξουν στα social media προς άγρα των like. Που είναι όλοι αυτοί οι θαυμαστές όταν ξυπνάς το πρωί και δεν υπάρχει κανένας να σε καλημερίσει; Που είναι όταν πεινάς ή κρυώνεις;
Τελικά αυτοπροβάλλονται και μέσα από τον θάνατο;
Τελικά όλα έχουν καταλήξει να γίνονται για ένα like;
Μήπως όλος αυτός ο εθισμός στα media μας έχει κάνει λιγότερο αυθεντικούς; Λιγότερο ανθρώπους;
Πόσοι έμειναν ακέραιοι και δεν υπέκυψαν στα like; Πόσοι είναι αληθινοί γείτονες, όπως παλιά που ήταν με την παρουσία τους πλάι στον άνθρωπο; Τώρα μαθαίνουν πως πέθανες από το facebook. Ακόμα και οι συγγενείς.
Για μένα αυτό είναι κατάντια της ανθρωπότητας.
Ρένα Γέρου
Υ.Γ
Νιώθω τυχερή που δεν είμαι διάσημη.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΑ Ραφαέλλα Χατζηκωνσταντίνου

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

Με μια χάρτινη βαρκούλα

Τα ταξίδια με χάρτινες βαρκούλες στους ωκεανούς, είναι συναρπαστικά όσο κι επικίνδυνα.
Θέλει σθένος, τόλμη και μπόλικη τρέλα μιας και το χαρτί σαν υλικό δεν τα πάει καλά με το νερό.
Μα εδώ σε θέλω καπετάνιο μου. Να έχεις, λέει, την ναυτοσύνη να διανύεις μίλια ολάκερα, θαλασσινά με την χάρτινη βαρκούλα σου. Να σε κοιτάζουν τα σιδερένια και τα ξύλινα σκαριά και να γελάνε στην αρχή. Έπειτα, όμως, να απορούν με εσένα και την προσπάθεια σου.

Το χαρτί. Αυτό το τιποτένιο χαρτί, να αναδεικνύεται πιο ικανό απ' όλα τα άλλα υλικά. Και το σκαρί από το ροζ επιστολόχαρτο, να βγαίνει στις Ιθάκες των ωκεανών και να τις προσπερνά. Γιατί τι είναι δα, οι Ιθάκες παρά απλές στεριές. Κι εμάς εδώ δεν μας μέλλουν οι στεριές παρά τα ταξίδια. Εμείς εδώ, δεν θέλουμε να αράξουμε, ούτε να ξεμπαρκάρουμε σ' αλαργινά λιμάνια. Αλίμονο, τα έχουμε δει όλα. Ως και την ίδια μυρωδιά έχουν. Μα η θάλασσα. Αχ, αυτή η πλανεύτρα, έχει πάντα μια φρεσκάδα. Μια μοσκοβολιά. Κι ας κουράζεσαι. Κι ας λες να αράξω τώρα, να λασκάρω λιγάκι. Μα μόλις φτάνεις γίνονται όλα μετά από λίγο ξανά τα ίδια. Και πάλι πίσω να γυρνάς στην αγκαλιά της να κουρνιάσεις. Να σε κανακέψει. Μα και να σου ψήσει το ψάρι στα χείλη. Και δος του πάλι αγώνας για επιβίωση. Και ξανά προσπάθεια κι ανάκαρα ν' αντέξεις μη σε φάνε τα θεριά. 

Τότε ακριβώς είναι που έρχεται κι ο γλάρος στο κατάστρωμα. Σε κοιτά έτσι δα λίγο περιπαιχτικά, λίγο παραξενεμένος. Μόλις κάνεις να τον ακουμπήσεις, ανοίγει τα φτερά του και πετά. όπου θέλει αυτός. Όπου του αρέσει. Σήμερα εδώ, αύριο εκεί. Τα βουνά, τα νερά, τα σκαριά όλα, πατρίδα τα έχει. "Κι εγώ; " λες. "Κι εγώ. Κι ας μην έχω φτερά. Μονάχα αυτή εδώ την χάρτινη βάρκα". 'Τα πάντα πατρίδα".

Θέλει, όμως κουράγιο. Κι εκεί που χάνεις την πίστη, να την ξαναβρίσκεις. Κι εκεί που νικιέσαι, να νικάς. Κι ακόμα. Κι ακόμα. Ως την φθορά την αναπόφευκτη. Ως το τέλος. Αυτό το ίδιο τέλος που είναι για όλους. Και για τα σίδερα και για τα ξύλα και για τα χαρτιά. Κι αφού είναι να έρθει, καλοδεχούμενο. Μα στο μεταξύ, κάνε το ταξίδι σου ζηλεμένο.
Έτσι για την αλητεία.
Έτσι για να το ευχαριστηθείς.
Γιατί το θέμα ήταν πάντα το ταξίδι κι όχι οι λογιών λογιών στεριές.
Και στο τέλος γυρνάς πίσω εκεί που ήταν πάντα η πατρίδα σου. Αυτό στο δίνει η θάλασσα για δώρο. Επειδή την σεβάστηκες και την αγάπησες τόσο βαθιά.
Αυτό είναι το δώρο για τους ξεχωριστούς ταξιδευτές. Μήτε για τους συνηθισμένους, μήτε τους ξιπασμένους και τους πολύξερους. Μα για τους διαλεχτούς. Αυτούς που μπόρεσαν να σεβαστούν τα "εν σοφία εποίησας". Κι αφουγκράστηκαν τον παλμό τους. Και γίναν ένα μαζί τους.
Τα παιδιά της φύσης.
Τα παιδιά του Θεού. 
Τα παιδιά που θέλησαν να πορευτούν πάνω στις χάρτινες βαρκούλες.

~Ρένα Γέρου~

Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

ΧΟΥΣ ΕΙΣ ΧΟΥΝ

Μάνα γη,
 θνητός εγώ, τέκνο δικό σου,
κομμάτι μικρό κι αναπόσπαστο τμήμα σου.
Εσύ η αρχή και το τέλος
του φευγαλέου ονείρου μου.
Ξαφνικά ένα βότσαλο την γαλήνια επιφάνεια
μιας λίμνης ταράσσει.
Ζωή, ωριμότητα, θάνατος, αναγέννηση,
ο αέναος κύκλος
με προοδευτική μετεξέλιξη.
Εντός της θάλασσας είσαι,
εκεί απ’ όπου οι στεριές κορυφώνονται
στ’ ουρανού τα θεμέλια.
Κι εγώ λίγος κι ασήμαντος
στου χρόνου το αιώνιο,
να σε δαμάσω, ο υβριστής, ματαίως προσπάθησα.
Με το καινούριο φεγγάρι τα έργα μου
ανακυκλώθηκαν όλα στην αγκαλιά
του κισσού και της φτέρης.
Αγρίμια μόνα και άδολα
κοιτούν τα κουφάρια της αλαζονείας μου.
 Κι αν ζωή σαν την μάνα μας δώρισες
εσύ θάνατος κι ανάσταση αντάμα.
Χθων μου πολύτιμο,
υμνώ σε
δοξάζω και
σέβομαι.

                                            

                                             Βραβείο στο Earth Poetry Festival  Ιούνιος 2017 Θεσσαλονίκη.
Η φωτογραφία Θέα από το μαντείο των Δελφών (Προσωπικό αρχείο)                                                       

Παρασκευή 23 Ιουνίου 2017

Η Πεταλούδα



Οι γελαστοί άνθρωποι με τ’ άσπρα καφτάνια, έρχονται κάθε καλοκαίρι στο χωριουδάκι μου. Μελίσσι που βουίζει ξεγνοιασιά κι ένα χαμόγελο με δόντια άσπρα, κολλημένο θαρρείς στο πρόσωπο τους. Κοιτάνε την ίδια μπλε θάλασσα που βλέπω κι εγώ κάθε που ξυπνώ. Χαίρονται σαν μικρά παιδιά. Μοιάζουν ξέγνοιαστοι κι ικανοποιημένοι.
Τους κοιτώ. Παίρνω τα μάτια μόλις με καταλαβαίνουν. «Είναι αγένεια να καρφώνεις το βλέμμα», μου είχε πει πολλές φορές η μάνα. Όπως και το «μη δείχνεις», «μη βήχεις» κι άλλα χιλιάδες μη. Μπήκαν κάτω από το πετσί μου. Σαν τα βελάκια που καρφώνουμε στο στόχο. Όλα τα μη της ζωής μου κρέμονται καρφωμένα στο δέρμα μου.
Ετούτοι οι γελαστοί χίπηδες δεν έχουν «μη». Τους ζηλεύω. Έρχονται εδώ, στον τόπο που γεννήθηκε το «μη» και τολμάνε να το χλευάζουν. Κι όλοι το δέχονται αυτό. Ακόμα κι η μάνα. «Πήγαινε τους καφέδες στο γωνιακό τραπέζι. Άντε μη χαζεύεις». Σχεδόν τρέχοντας, όρμισα να μην περιμένουν. Για 6 και 20 (καφέδες και τυρόπιτες σπιτικές) έβαλα το καλό μου χαμόγελο.
Κανείς δεν προσέχει. Μόνο εγώ. Φταίει που ακούω δυνατά ακόμα και τα φτερά της πεταλούδας. «Βιάσου! Η κυρία στο 2 θέλει τον φρέντο εσπρέσο της. Κουνήσου! Μη χαζεύεις». Να το πάλι εκείνο το «μη» να ξεφυτρώνει εκεί που δεν το σπέρνουν. Μόνο για μας. Οι άνθρωποι με τα λευκά καφτάνια δεν μοιάζουν να ξέρουν τι σημαίνει. «Σε ζηλεύω μικρή», είπε η κυρία, «ζεις στον Παράδεισο». Κοίταξα γύρω μου. Έλεγε παράδεισο την ακρογιαλιά μου. «Δεν προφταίνω να τον χαρώ» ήθελα αν της πω μα δεν μίλησα, εκείνο το «μη» καραδοκούσε. Έριξα τα μάτια κάτω κι έφυγα. Ο παράδεισος είναι μέσα σου μου φώναζα χωρίς να ακούγομαι.
Η κυρία με το λευκό καφτάνι γέλασε βροντερά. Ο νεαρός που την συνόδευε την φίλησε απαλά στο μάγουλο. Ήταν ένα παράξενο φιλί γιατί θα μπορούσε να ήταν γιος της μα το φιλί του ήταν αλλιώτικο. Αν ήταν γιος έμοιαζε βρώμικο. Αν δεν ήταν πάλι κάτι είχε. Σαν πλαστικό. Ούτε κι αυτός έβλεπε τον παράδεισο. Ήμασταν τρεις. Εγώ, ο νεαρός κι η μάνα μου στην κουζίνα που δεν τον βλέπαμε.
Μονάχα η κυρία με το λευκό καφτάνι τον έβλεπε. Ίσως και όχι. Ίσως να το έλεγε μόνο. Ίσως να μην την ένοιαζε καν. Ίσως πάλι να ήθελε να βλέπει γιατί δεν θα άντεχε σαν εμάς να δει κάτι άλλο. Πολλά τα ίσως. Σας είπα. Είναι που ακούω τα φτερά της πεταλούδας σαν πετάει. Βαρύ φορτίο να έχεις οξύτατη ακοή. Δεν μπορείς να κρυφτείς, ούτε να κλείσεις τ’ αυτιά σου. Σε κυνηγά ο ήχος κι η αλήθεια του.
Τόσα χρόνια στο ίδιο πόστο. Οι άνθρωποι με τα λευκά καφτάνια πάνε κι έρχονται. Διαφορετικοί. Ίδιοι. Παρόμοιοι. Ολόιδιοι. Συνήθισα κι εγώ. Δεν τους ζηλεύω πια. Γελάνε διαρκώς. Δεν γελώ συχνά. Όταν γελάσω θα είναι από αλήθεια. Είναι μπαλωμένη η ποδιά μου. Κατεβάζω τα μάτια να μην ακούω τα φτερά. Σερβίρω μόνο.
 «6 και 20 κυρία, το σύνολο».
«Πάρε 10 και κράτα τα ρέστα». Ήταν το φιλί πιο ρόδινο. Μπορεί κάτι να της θύμισε.
«Σας ευχαριστώ».
Ο νεαρός μου έγνεψε αντίο. Την άλλη μέρα έμπαινε στο στούντιο να ηχογραφήσει το καινούριο του σι ντι.
Ο παράδεισος. Ένα όνειρο, σαν την σκόνη από τα φτερά της πεταλούδας. Αν την αγγίξεις μόνο λερώνεσαι κι η πεταλούδα σαν να ξεβάφει.