Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2021

ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΗ

 

Έγραφε ποιήματα με υλικά ταπεινά
άναρχες λέξεις
απροσάρμοστες έννοιες
τυπογραφικά λάθη
και χωρίς ορθογραφικό έλεγχο.
Τα στόλιζε με συναίσθημα
με αλήθεια
με εντιμότητα.
Τα έγραφε σε χαρτιά λευκά
και κίτρινα
με γραμμές ή σκέτα.
Κι έπειτα τα έστελνε σε φίλους.
Κάποτε της είπαν να τα πουλήσει
μα δεν μπορούσε να βάλει
μια σωστή τιμή στην ψυχή της.
Έμειναν αδιάθετα
Απούλητα
"Ασύμφορο το χόμπι σου"
της φώναξαν
Μα εκείνη δεν άκουσε
Είχε αυτιά μόνο σ' ότι της ψιθύριζε
η καρδιά της. Ρ.Γ.


Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2021

Η ΚΑΝΑΤΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ




Απ' όλα τα πράγματα που χάθηκαν στην μετακόμιση, πιο πολύ λυπάμαι για εκείνη την μοβ- μπλε γυάλινη κανάτα  της γιαγιάς που είχα για να παίρνω τον αγιασμό κάθε χρόνο ανήμερα των Φώτων. Πάντα ένιωθα τόσο περήφανη για τούτο το γυάλινο κανάτι που κανονικά ήταν για να σερβίρεις κρασί αλλά εμείς το είχαμε για τον αγιασμό.  Το εκκλησίασμα ευλαβικά, κουβαλούσαν τα πλαστικά δοχεία τους, αδιάφοροι για το σκεύος που θα φιλοξενούσε το αγιασμένο περιεχόμενο.  Το δικό μου δοχείο ήτανε παλιό και ξεχωριστό, διαλεγμένο προσεκτικά από τον κομό της γιαγιάς όπου φύλαγε με προσοχή την προίκα της.

Από νωρίς έπιανα θέση, κοντά στην εικόνα του Χριστού εκεί δίπλα στην Ωραία πύλη στην Μητρόπολη της Μυτιλήνης και καμιά φορά καθόμουν και στο λευκό μαρμάρινο σκαλοπάτι ακριβώς από κάτω.. Κανείς δεν έδιωχνε τα παιδιά από εκεί. Το είχε πει κι ο Χριστός: "Αφήστε τα παιδιά να έρθουν κοντά μου" και η γιαγιά μου με έστελνε πάντα να κάτσω εκεί κάτω από  την εικόνα Του. Ο παππούλης που λειτουργούσε ήταν τόσο καλός. Χαρά του ήταν να γεμίζει η εκκλησιά από παιδάκια. Κι έτσι περίμενα. Καρτερικά περίμενα, γιατί δεν πολυκαταλάβαινα τότε ακόμα, τα αρχαία λόγια των βιβλίων της εκκλησίας.   Ήταν φορές που βαριόμουνα ή νύσταζα, αλλά περίμενα με τόση λαχτάρα να με πιτσιλίσει ο πάτερ με τον αγιασμό και να μου δώσει να φιλήσω τον παγωμένο χρυσό σταυρό. Θαρρούσα ήταν η μεγαλύτερη ευλογία και τύχη απ’ όλες να σου έρθει στο κεφάλι μια τέτοια πιτσιλιά. 

Αναπάντεχα, παραδόξως, ερχόταν η ώρα να πάρουμε το αγιασμένο νεράκι και να το μεταφέρουμε  ο καθένας στο δοχείο του. Τότε χτυπούσε δυνατά η καρδιά μου. Έπρεπε να προφτάσω να γεμίσω το κανάτι μου το γυάλινο (δώρο στο γάμο της γιαγιάς) και να πάω τον αγιασμό στο σπίτι. Δεν ήταν κι εύκολο καθώς όλη η «παπαλίνα» όπως λένε τα μικρά παιδιά στην Μυτιλήνη, έκανε διαγωνισμό ποιος θα πάρει πρώτος το αγιασμένο νεράκι.   Αλλά εγώ είχα   να δώσω και στην κυρά-Φυναρέτη που καθόταν στο παράθυρο του σαλονιού δίπλα στο δρόμο και περίμενε να πάρει λίγο αγιασμό από τα παιδάκια που επέστρεφαν με τα "τρόπαια" τους από τις εκκλησίες. Η κυρά-Φυναρέτη (την είχαν βαφτίσει Φαιναρέτη αλλά δεν μπορούσε να το πει κι έτσι της έμεινε το Φυναρέτη)  είχε πάντα στην τσέπη της τις πιο σκληρές "φλόκες" (καραμέλες) που είχα φάει ποτέ μου, κι επέμενε να μας φιλεύει όποτε μας έβλεπε. Τρέχαμε όλοι μαζί να της γεμίσουμε το ποτηράκι της έτσι όπως το κρεμούσε από το ανοιχτό παράθυρο με το τρεμάμενο γερασμένο χέρι της. Και μόλις το πολυπόθητο υγρό έμπαινε στο σπίτι της να η βροχή με τις φλόκες που φύλαγε για τέτοιες κι άλλες παρόμοιες εξαιρετικές περιπτώσεις.

Κι αφού επιστρέφαμε στο σπίτι κι ακουμπούσαμε τις  κανάτες μας στα τραπέζια, ορμούσαμε με φωνές και καλπασμούς να κατέβουμε κάτω στο λιμάνι εκεί που είχαν στήσει την εξέδρα για τον Σταυρό. Θα στεκόταν ο Δεσπότης εκεί και όλοι οι επίσημοι και ο πιο γενναίος και δυνατός βουτηχτής θα έπιανε τον Σταυρό.  Όλοι οι πιτσιρίκοι στεκόμασταν στριμωγμένοι και σπρωχνόμαστε   να πιάσουμε την καλύτερη θέση. Παράξενο που κανείς μας ποτέ δεν είχε πέσει μέσα στα βρώμικα νερά του λιμανιού μας κατά λάθος. Κι άρχιζε ο πάτερ το «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε..» κι όλοι τεντωνόμασταν να δούμε τον Σταυρό να πέφτει. Και τι δέος και σεβασμός όταν το παλληκάρι που τον έπιανε ευλαβικά Τον παρέδινε στον Δεσπότη μας τον Σεραφείμ. Κι εκείνος με προσοχή τύλιγε την λευκή, φαρδιά κορδέλα και του έδινε τα Τον προσκυνήσει. Φωνές και γέλια και χειροκροτήματα από την μαζεμένη παπαλίνα που θαύμαζε και ξεσηκωνόταν να ανδραγαθήσει κάποια στιγμή κι εκείνη με την σειρά της στο μέλλον. Κι αδημονούσαμε να μεγαλώσουμε να μοιάσουμε σ’ όλους τούτους τους γενναίους «Μυτληνιούς» που είχαμε ως πρότυπα στα μικράτα μας. Κι ας μην αφήνε ο πάτερ τα κορίτσια να πιάσουν τον Σταυρό. Τι πείραζε; Θα τον έπιανε μια μέρα ο Αρίστος ή ο Θεολόγος τα φιλαράκια μου. Και θα γιορτάζαμε όλοι την ευλογία την ξεχωριστή.

Γιατί έτσι είμαστε εμείς στην Μυτιλήνη. Μια γροθιά ενωμένη κι υποστηρικτική. Δεν έχουμε φθόνο ή ζήλιες. Διαπρέπει ένας, διαπρέπουμε όλοι μας. Και πουθενά αλλού δεν το έχω βρει αυτό παρά μονάχα στην Πατρίδα. Ας μην το πιστεύετε. Αυτή είναι η αλήθεια. Βλέπετε μας δένει η μοναξιά μας και η απομόνωση του νησιού. Κι έτσι πορευόμαστε στους αιώνες, καταλαβαίνοντας ο ένας τον άλλον και με αποδοχή και σεβασμό. Κι όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα τόσο αναπάντεχα και τυχαία καθώς ξετρύπωσα από το μπαούλο στο πατάρι την ξεχασμένη γυάλινη κανάτα μου. Κι ανακουφισμένη την απίθωσα στο τραπέζι αφού δεν είχε τελικά χαθεί στην μετακόμιση.


Τόσες αναμνήσεις όμορφες και θεραπευτικές από  τα Φώτα στο νησί μας. Κι όλα, πάντα όμορφα, ευλαβικά, αξέχαστα...Ρ.Γ.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2021

ΜΕΡΕΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ (ΑΛΛΑΓΕΣ)

 
Το αγαπημένο μου κραγιόν είναι το νούμερο εξήντα, της Σανέλ. Περιμένω κάθε χρόνο την Άνοιξη να το φορέσω. Φέτος δεν ήρθε. Άδικα περίμενα όλη τη χρονιά. Η Άνοιξη απαρνήθηκε τους ανθρώπους. Για την υπόλοιπη φύση όλα βαίνουν κανονικά. Προγραμματισμένα. Προβλέψιμα.

Τα έλλογα όντα, μόνο, αναστείλαμε προς το παρών  την έλευση της εποχής,  στις κοινωνίες μας. Ήρθε  η πανδημία. Ντυθήκαμε όλοι με μάσκες και γάντια μιας χρήσης. Λουζόμαστε στο απολυμαντικό και δεν τολμάμε να μιλήσουμε σε άνθρωπο μην και κολλήσουμε τον ιό. Από πού να τρυπώσει η Άνοιξη στη ζωή μας;

Κοιμάμαι. Ξυπνάω. Ρίχνω πάνω μου μια ρόμπα και γυροφέρνω στα σαράντα τετραγωνικά του σπιτιού μου, σέρνοντας τις πάνινες παντόφλες μου. Έχω απολυμάνει και την παραμικρή του γωνία. Μυρίζει σαν νοσοκομείο.

Κοιμάμαι. Ξυπνάω. Κοιτάω τηλεόραση. Περιμένω την μεγάλη είδηση για το φάρμακο και δεν έρχεται. Βγαίνω στο μπαλκόνι. Χαιρετώ την κυρία Μυρτώ απέναντι. Παράξενο. Δεν μου φαίνεται πια ξινή και απόμακρη. Η ηλικιωμένη και ατημέλητη γειτόνισσα μου, σε τίποτα δεν θυμίζει την πρύτανη της Φιλοσοφικής από την προηγούμενη καθημερινότητα. Άρχισα να την συμπαθώ τις τελευταίες εβδομάδες. Ίσως που η κοινή μας μοίρα απάλυνε τις γωνίες της επηρμένης εγωπάθειας που ροκάνιζε τις σχέσεις μας στην προ πανδημίας εποχή.

Με ενοχλεί αυτή η ησυχία. Τόσες ώρες χαμένες από τη ζωή μου. Αναπολώ το παρελθόν μέσα από τις φωτογραφίες. Τις οργάνωσα όλες από την αρχή. Πενήντα χρόνια ζωής χώρεσαν σε δέκα άλμπουμ. Ακριβώς δέκα.

Μετράω την θερμοκρασία μου διαρκώς. Ανακαλύπτω ολοένα πως έχω κάποια συμπτώματα.  Δεν ξέρω τι μέρα είναι. Δεν έχει καμιά σημασία. Κατάθλιψη; Όχι. Δεν έχω.

Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και βάφομαι με ανοιξιάτικα   χρώματα. Νιώθω καλύτερα σήμερα. Ζωή σε παύση. Αδημονώ να πατήσω πάλι το “play”. Ποιος θα μου επιστρέψει τον χρόνο μου πίσω;

Μόνη. Δούλευα δώδεκα ώρες τη μέρα. Τα βράδια πάντα έπαιρνα τηλέφωνο την Νίτσα από το λογιστήριο να κουτσομπολέψουμε. Έχω να της μιλήσω από τότε που άρχισε η καραντίνα. Τι να πούμε;

Όλα απομακρύνθηκαν. Σαν να είμαι μια άλλη. Με έχασα ξαφνικά. Αλάργεψε ο προηγούμενος μήνας. Η ζωή μου όλη. Κοιτώ τις στιγμές απ’ τα άλμπουμ. Δεν τις καλοθυμάμαι.

Κοιμάμαι. Ξυπνάω. Προσπαθώ να επιβιώσω χωρίς να μπορώ να ζήσω. Νιώθω ανέτοιμη να νικηθώ από ένα μονοκύτταρο οργανισμό. Είναι πολλά που θέλω να κάνω ακόμα. Φορές ακούω μόνο τις ανάσες μου. Και χαμογελώ από ευτυχία. Απορώ με εμένα που χαίρομαι με κάτι που πριν το θεωρούσα απλά  δεδομένο.  Ανάσες.

Κοιμάμαι. Και φορές, θαρρώ, δεν ξυπνάω. Ρ.Γ.