Πέμπτη 24 Ιουνίου 2021

ΤΑ ΚΑΨΑΛΑ

 


Του Άη Γιάννη του Κλήδονα ήταν η μεγάλη γιορτή του Ιούνη στην Μυτιλήνη. Αποβραδίς είχε τον εσπερινό στο εκκλησάκι εκεί στο λόφο απέναντι από τη θάλασσα πηγαίνοντας προς τη Βαριά. Στολισμένο κι ολόχαρο , μας υποδεχόταν με την κατάλευκη απλότητα του. Κι ήμασταν κόσμος πολύς, που στεκόμασταν εκεί μέσα στην ξεραΐλα αφού μόνο ο παπάς χωρούσε στον μικροσκοπικό ναό.  

Η παπαλίνα χαιρόταν λες κι είχαμε πάει εκδρομή. Δεν ξέρω τι είχε αυτό το εκκλησάκι που σ’ έκανε να γεμίζεις ξεγνοιασιά. Αυτή η γιορτή πάντα στο τέλος της σχολικής χρονιάς,  έκανε όλους εμάς τους πιτσιρίκους να τρελαινόμαστε από χαρά καθώς πλησίαζε η χάρη Του. Είχε έρθει ο καιρός για τα Κάψαλα.

Τα Κάψαλα , οι μεγάλες οι φωτιές του Άη Γιάννη του Κλήδονα ήταν γιορτή υπέροχη για όλον τον κόσμο στο νησί. Μια γιορτή χριστιανική και παγανιστική συνάμα, όπως όλες οι παραδόσεις του μυρωδάτου τόπου μου. Στην Λέσβο, βλέπετε, ζει ακόμα ο Όμηρος και η Σαπφώ και ο Αλκαίος. Και κάθε μέρα στήνουν χορό με τους «γατελούζους» που πέρασαν από τον τόπο μας, και τους Οθωμανούς που μας κρατήσαν σκλάβους αλλά και με όλους εμάς τους Χριστιανούς ορθόδοξους που μέσα από αιώνες και αιώνες σκλαβιάς και βίας και ξενικής επιρροής, εμείς μείναμε πιστοί στα ομηρικά μας έθιμα και τα κρατήσαμε και τα προσαρμόσαμε σε κάθε τι καινούριο. Ακόμα κι η ντοπιολαλιά μας έχει τις ρίζες της στη γλώσσα του Ομήρου και τα έπη του.

Έτσι στις 23 Ιούνη ξυπνούσε η παπαλίνα από νωρίς. Ήταν η μέρα της γιορτής κι είχαμε δουλειές πολλές να κάνουμε. Συνεννοημένοι όλοι οι πιτσιρίκοι της γειτονιάς να μαζέψουμε ξύλα και κλαδιά από τις αλάνες τριγύρω για να βγει η γειτονιά μας πρώτη. Η μεγαλύτερη φωτιά κέρδιζε πάντα. Μ’ αλαλαγμούς και γέλια τρανταχτά βάζαμε τα λάφυρα στην αυλή της κυρά-Πόπης που είχε δυο εγγονάκια στην Αθήνα και κάθε χρόνο τέτοια μέρα τα έστελνε η κόρη της να ξεκαλοκαιριάσουν στης γιαγιάς τους. Χαρά εμείς που θα ξαναβρισκόμασταν με τον Αποστόλη και τον Παναγιώτη, «τους Αθηναίους». Χαρές και γέλια κι αποφασιστικότητα να βγάλουμε την γειτονιά μας πρώτη.

Στο σταυροδρόμι κοντά στον φοίνικα, στήναμε τα ξύλα μας σε τρεις εστίες διαδοχικές μ’ απόσταση σωστή να δρασκελίζουν   πάνω απ’ τις φωτιές οι πιο γενναίοι. Εμείς τα πιτσιρίκια αρχίζαμε πρώτοι καθώς ήταν χαμηλές οι φωτιές. Παίρναμε φόρα και προσέχαμε να πηδήξουμε από την μέση της φωτιές κι όχι από την άκρη . Έπρεπε να υπάρχει κίνδυνος για να γίνει σωστό το έθιμο. Μα το καλύτερο ήταν σαν βράδιαζε πια. Τότε οι φωτιές μεγάλωναν και οι μεγαλύτεροι μας, οι έφηβοι και οι κοπελιές στήναν χορό ερωτικό γύρω και πάνω απ’ τις φωτιές. Ερχόντουσαν και οι μανάδες κι οι πατεράδες μας και οι γέροι οι παππούδες όλοι. Και να τα γέλια και τα ξεφαντώματα. Και να τα στιχάκια τα σόκιν τα παγανιστικά , που υμνούσαν τις ερωτικές επιδόσεις. Τα «ξεδιάντροπα». Κι αυτή ήταν η εκτόνωση από την καθημερινότητα. Η διασκέδαση και το ξεφάντωμα και το ξέδομα από το άγχος και την πίεση για τους μεγάλους και η ερωτική εκπαίδευση για τους μικρούς. Έπεφταν οι μάσκες της σοβαροφάνειας και του καθωσπρεπισμού κι όλοι, φτωχοί και πλούσιοι, μορφωμένοι κι αγράμματοι γίνονταν ένα. Ο θεός Διόνυσος ερχόταν και γλεντούσε με αφορμή τούτη την ορθόδοξη γιορτή και κανείς δεν προσπαθούσε να τον εξοντώσει. Τον συμπεριλαμβάναμε κι αυτόν  αφού υπήρχε από πριν και τον δεχόμασταν.

Τα ανύπαντρα κορίτσια  είχαν για κείνη την ημέρα τα δικά τους έθιμα που θα φανέρωναν ποιον θα παντρευτούν. Κι όλο κρυφογελούσαν και πονηρεύονταν. Κι εμείς οι μικρότεροι, νιώθαμε έτοιμοι να πάρουμε τα σκήπτρα από τους προηγούμενους. Απλά και μόνο γιατί συμμετείχαμε σε τούτο το πατροπαράδοτο έθιμο. Κι οι φωτιές καθάριζαν όλου του χρόνου την κακία και την έγνοια και τον προβληματισμό. Γέλαγε λίγο το χειλάκι του πατέρα που σχολούσε φουρκισμένος κάθε μέρα από το γραφείο. Τρανταζόταν απ’ τα γέλια η γιαγιά από τα σόκιν δίστιχα που σκάρωνε με τις γειτόνισσες και ακόμα και η μάνα χαλάρωνε τα φρύδια και χαμογελούσε.

Κι όλη η γειτονιά είχε να το συζητά για μέρες. Τι μεγάλες είχαν γίνει και φέτος οι φωτιές μας και τι ανεμελιά και πανηγύρι ήταν αυτό και γλέντι αξέχαστο στα Κάψαλα.   Ρ.Γ.

Εικόνα από Ιγνάτης Τσικνής από emprosnet.gr



Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ

 

Λένε ότι η Τέχνη ενώνει τους ανθρώπους, εγώ θα έλεγα ότι η Ποίηση τους αγκαλιάζει και τους ταξιδεύει στην ομορφιά και στην ηρεμία.

Ο μεγάλος μας ποιητής , ο Βρεττάκος κάπου λέει: «Αν δεν μου ‘δινες την Ποίηση Κύριε, δεν θα ‘χα τίποτα να ζήσω». Νιώθει κανείς ιδιαίτερη συγκίνηση όταν έρχεται σε πρώτη επαφή με κάποια καινούρια ποιητική συλλογή που έχει κάτι να του πει και πιο πολύ, όταν αυτή παρέχει αξιόπιστες υποσχέσεις για μια μελλοντική εξελικτική συνέχιση της. Και η ποιητική συλλογή της Ειρήνης Γεροντάρα με τίτλο «Χρονικές δευτερεύουσες», έχει να πει πολύ περισσότερα από «κάτι».

Έσκυψα με ενδιαφέρον πάνω στα ποιήματα της. Ενδιαφέρον που το προκαλούν η τόλμη της, η καθαρότητα της ματιάς της, ο έντονος κραδασμός της ψυχής της σε καταγραφές που εμπνέει η μοναξιά και ο διάχυτος στους στίχους της ρεαλισμός που αναβλύζει μιαν αρχαϊκή μεγαλοπρέπεια. «Όλοι με την σκιά της θλίψης μας γέρνουμε το απόβραδο στον καναπέ μας. Όλοι με αγκαλιά, την ερημιά μας κοιμόμαστε τα βράδια», γράφει στο ποίημα της «Ύπνος».

Το έργο δεν είναι παρά μια ατέλειωτη μάχη της μοναξιάς και του έρωτα με τον Χρόνο, που μέσα του κουβαλάει σιωπές και κραυγές, απόγνωση κι ελπίδα, έλλειψη και πληρότητα, ζωή και θάνατο. Ο εσώτερος κόσμος της ποιήτριας εκχυλίζει άλλοτε από ευαίσθητους ποιητικούς τόνους και άλλοτε από υπαρξιακή απόγνωση όταν στο ποίημα της «ΠΛΕΚΤΑΝΗ», διαπιστώνει πως : «Όλοι μας, τότε και τώρα και πάντοτε σταγόνες απλές μιας τυχαίας ψιχάλας είμαστε. Και ο Χρόνος δημιουργός και πανδαμάτορας είναι ανένδοτος, πολύξερος, ασυμβίβαστος, άτακτος κι αιώνιος έφηβος που γελάει με την καρδιά του εις βάρος μας».

Η ποίηση είναι η ίδια η ζωή και αν δεν υπάρξει βίωση της καθημερινής πραγματικότητας, κάθε ποιητική καλλιτεχνική δημιουργία δεν είναι παρά η τέχνη για την τέχνη. Μια τέχνη που δεν μπορεί να συγκινήσει ευρύτερα.

Ο PONGE λέει: «Ο έρωτας των λέξεων είναι η οδός για την ποιητική δημιουργία και η Ειρήνη Γεροντάρα για να τον δικαιώσει έχει έρωτα με τις λέξεις. Τις διαλέγει μία , μία και δείτε την φανταστική αισθητική του πίνακα που μας παραθέτει : «Χελιδόνιαζε η ψυχή της κάθε που στο νου της η όψη του ερχόταν. Μια θύμηση παλιά, μια κλέφτρα. Κι ένα χαμόγελο ζωγράφιζε τα χείλη της κι έβαφε τα μάγουλα της ροδακινιά».

Οι λέξεις κονταροχτυπιούνται κι επιστρατεύονται η τρυφερότητα, ο στοχασμός, ο ρεαλισμός αλλά και ο λυρισμός ώστε να γεννηθούν οι «ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ».

Η λογοτεχνία πέρα από την κοινωνική θεματολογία, τις πιο πολλές φορές έχει ουσιαστικό και μεγαλειώδες υπόβαθρο, τον έρωτα. Στην Ελληνική Μυθολογία ο ΕΡΩΤΑΣ είναι η ζωογόνος δύναμη των ΘΕΩΝ και των ΑΝΘΡΩΠΩΝ.Η ψυχή και η καρδιά του ανθρώπου, δύσκολα αντέχει την απουσία του Έρωτα.

Ο έρωτας δεν είναι απλά το κυρίαρχο στοιχείο σε όλες τις κοινωνίες, αλλά η ενστικτώδη αντίσταση του ανθρώπου ενάντια στην φθορά και στον θάνατο. Και η Ειρήνη Γεροντάρα, είναι μια κατ’ εξοχήν ερωτική ποιήτρια. Σε τούτη την ποιητική συλλογή το θέμα «ΕΡΩΤΑΣ» κατέχει σταθερά τη θέση που του αρμόζει χωρίς καμία έκπτωση, λοιδορία ή μετακίνηση.

Η δημιουργός και ο έρωτας διαγράφουν μια τροχιά ανόδου, αξιοπρέπειας κι ευγένειας και η ποίηση καμαρώνει την περίοπτη θέση που της ετοιμάζει η ποιήτρια, η οποία, ανοίγει το παράθυρο του νου και αμέσως ξεπετούν θύμισες αλλοτινών χρόνων με «ξέγνοιαστα γέλια μαθητών, αθώα κυλίσματα στο γρασίδι, αχνά πέλματα ροδαλά και μια αφή που ζεματάει τη σάρκα».

«Σ’ εφηβικών ονείρων τεθλασμένες γραμμές ζωγραφίζουμε τη ζωή και ως έφηβοι αδημονούμε να την κουρσέψουμε», λέει η ποιήτρια. Κι έπειτα «γευόμαστε τη γλύκα και την πίκρα του έρωτα» για να διαπιστώσουμε «πως το χάδι είναι ανήμπορο και νικιέται από την αλήθεια της ζωής. Και φθάνουμε στο φθινόπωρο της ζωής, σαν μιας αρχαίας τραγωδίας την κάθαρση για να κλείνει ο κύκλος». Διαβάζει τον έρωτα σαν τη λειτουργία της φύσης. Άνοιξη , καλοκαίρι, φθινόπωρο Χειμώνας. Βλέπει ένα μέλλον να έρχεται ανύπαρκτο και παθιασμένα ζητάει ένα κόρφο με θαλπωρή να κουρνιάσει τις ανασφάλειες και τους φόβους της.

Η ποιήτρια απορρίπτει τους εφήμερους «έρωτες εκεί που οι όρκοι γελάνε αυθάδικα σαν εγωιστές πολύξεροι μαθητές». Και λέει: «Ίσως μια μέρα να ορκιστώ στην αγάπη και ν’ αθετήσω τον όρκο μου. Ίσως αυτή η μέρα να ήρθε κάποτε για εμένα μα εγώ συλλήβδην να την απέρριψα» θα γράψει στο ποίημα της «ΊΣΩΣ».

Η ποίση της Ειρήνης Γεροντάρα, λυρική στο σύνολο της, με τρυφερές εικόνες, τέρπει τον αναγνώστη που οικειώνεται μαζί της. Με τον αγώνα ενάντια στον χαμένο χρόνο και την μοναξιά που συχνά κουβαλάει μαζί της, να είναι τα κυρίαρχα αισθήματα που τρέχουν πάνω στους στίχους της, η ποιήτρια νοσταλγικά μας φέρνει πίσω τις βιωμένες μας ώρες, τις αλησμόνητες, με μόνο μας ρούχο τον έρωτα. «Την ευτυχία αν δεν τη ζεις», λέει η ποιήτρια, « ξεφεύγει, χάνεται, πάει σε άλλα σπιτικά. Και το φθινόπωρο δεν ξέρεις αν είναι ένα σκαλί πριν την μοναξιά του χειμώνα ή το χρυσάνθεμο που γνέφει, τάζοντας μιαν άνοιξη παραπλανητική».

Τώρα πια ξέρει πως «ο χρόνος στα παιδικά μάτια είναι πολύς, είναι όμως τόσο λίγος στην γλυκιά περιπέτεια της ζωής». Όμως τότε μας λέει: «Ζούσα για μια άνοιξη που όλο αργούσε. Κι όσο έβλεπα να περνούν από μπροστά μου όρκοι που αθετούνται στο χρόνο και εκείνα τα ματωμένα για πάντα αδικαίωτα, που όλο και γεννιούνται κάθε μέρα για να ματαιωθούν αργότερα, με δάκρυα φθινοπωρινά προστάτευα τους

ρυτιδιασμένους χειμώνες μου». Κάθε ποίημα πιάνει ένα ευρύτερο ψυχικό χώρο, όπου ο καθένας μπορεί να βρίσκει μια αναφορά σε μια δική του περίπτωση ζωής.

Αυτός άλλωστε είναι και ο ρόλος του ποιητή, να ανάγει την προσωπική του περίπτωση σε σύμβολο πολλαπλού προσώπου. Δεν αποδέχεται το τετελεσμένο. Κουράστηκε να βλέπει κάθε πρωί «να ανατέλλουν σιωπές μαζί με σαρακιασμένες ελπίδες. Μάζεψε όλες τις μοναξιές της σε μια βαλίτσα σκονισμένη, πεταμένη στο πατάρι και ζητάει να ανακτήσει τον χαμένο χρόνο. Να γίνει Αόριστος, Ενεστώτας και Μέλλοντας. Άλλωστε τι ξέρει η καρδιά από χρονολογίες;»

Μπροστά σε ένα ανύπαρκτο Μέλλον, κοιτάζει κατάματα τον εχθρό, την μοναξιά και με οδηγό την ελπίδα που πορεύεται τελευταία ακόμα κι όταν ο χρόνος τελειώνει, πιστεύει πως θα έρθει μια μέρα που οι ψυχές μας θα είναι καθάριες, η ευτυχία θα μας κυκλώσει και η μοναξιά θα είναι μια λέξη παλιά και ξεπερασμένη.

Ο Σεφέρης είχε πει, «το δυσκολότερο πράγμα στην ποίηση είναι να γράφεις απλά και η Ειρήνη Γεροντάρα με έναν απλό, ουσιαστικό, ζεστό λόγο απευθύνεται σε όλους όσους ονειρεύονται την αγάπη σαν την πεμπτουσία της πρόσκαιρης ζωής μας. Την αγάπη που αντικρύσουμε κατάματα και δεν θα τρέξουμε πανικόβλητοι να κρυφτούμε. Την αγάπη που δεν την φοβόμαστε σαν απειλή του είναι μας, του εγώ μας. «Θα είναι μια μέρα με γεύση παράδεισου. Κι εγώ θα είμαι ακόμα πιο ερωτευμένη μαζί σου. Κι εσύ θα ξέρεις πως πάντα υπήρχα δική σου», φωνάζει απροκάλυπτα.

Δεν θα κάνω τον κριτικό για να κρίνω το έργο ή ακόμα και το μέγεθος της Ειρήνης Γεροντάρα ως δημιουργού. Κι αυτό γιατί πιστεύω πως οι ποιητές δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τους στίχους τους. Και οι στίχοι τους είναι αυτοί και μόνο αυτοί, που μπορούν να μιλούν αποφασιστικά για τους ίδιους τους ποιητές.

Όποιος θςλήσει να βυθομετρήσει την ποίηση της Ειρήνης Γεροντάρα, θα ανακαλύψει κάτω από το ερωτικό κέλυφος των στίχων της, τον ανθρώπινο πόνο. Τον πόνο εκείνο για τα χαμένα όνειρα της νιότης μας, τον πόνο για τα αξέχαστα καλοκαίρια τα παιδικά που τέλειωναν προτού καν αντιληφθείς πως άρχισαν.

Οι άνθρωποι είναι θάλασσες. Άλλοτε ανταριασμένες και ανυπότακτες κι άλλοτε γλυκές και πειθήνιες, θελκτικές και μαγεμένες σ’ έναν πανάρχαιο χορό ακατάπαυστων εναλλαγών. Οι άνθρωποι πονούν, αγαπούν, υποφέρουν, ανεβαίνουν, συνθλίβονται, ξαναγεννιούνται και πάλι από την αρχή. Λες κι η ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η χαρά και η λύπη σ’ έναν ατέλειωτο, αβάσταχτο αλλά και υπέροχο χορό. Αυτόν τον χορό μα καλεί η ποιήτρια να χορέψουμε, χωρίς φόβο και χωρίς πάθος με μόνη μας φορεσιά τα χθες, τα τώρα και όλα μας τα αύριο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ

Ο Βασίλης Τσακίρογλου γεννήθηκε στο Κερατσίνι του Πειραιά από γονείς πρόσφυγες από το Αϊδίνιο και τη Σμύρνη.

Πτυχιούχος εκτελωνιστής, εργάστηκε ως σύμβουλος επί τελωνειακών θεμάτων στην «ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» Α.Ε. σε όλο τον εργασιακό του βίο.

Υπήρξε αθλητής στίβου, κριτής και αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Κριτών Κλασσικού Αθλητισμού Βοιωτίας – Εύβοιας.

Ιδρυτής του τμήματος στίβου στον «ΜΕΔΕΩΝΑ». Έφορος και πρώτος προπονητής ο ίδιος.

Ασχολείται με τη λογοτεχνία και το θέατρο.

Με τον μαέστρο Τοντόρ Καμπακτσίεφ και τις χορωδίες Άσπρων Σπιτιών και Αντίκυρας έχει παρουσιάσει εδώ και σε άλλες πόλεις, μεγάλους καλλιτέχνες όπως τους Μίμη Πλέσσα, Ηλία Ανδριόπουλο, Σταύρο Κουγιουμτζή, Μάριο Τόκα, Νότη Μαυρουδή, Κώστα Χατζή, Μαρία Φαραντούρη και άλλους.

Στον τόπο αυτό, είναι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδος των «Φίλων του Λόγου» που η αγάπη τους για την λογοτεχνία γέννησε και την ιδέα για την έκδοση του περιοδικού «ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ».

Είναι μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών και της Εταιρίας Τεχνών Επιστήμης και Πολιτισμού Κερατσινίου.

Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές. ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ, ΝΟΣΤΙΜΟΝ ΗΜΑΡ, ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ, ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ και το μαρτυρικό έργο ΔΙΣΤΟΜΟ ΚΑΝΤΑΤΑ για το ολοκαύτωμα του ΔΙΣΤΟΜΟΥ για το οποίο του απονεμήθηκε το Πρώτο Βραβείο στον Ένατο Παγκόσμιο Διαγωνισμό Ποίησης της ΑΜΦΙΚΤΥΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ.

Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά όπως το ΕΜΒΟΛΙΜΟΝ η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ, ο ΝΟΥΜΑΣ, η 3η ΧΙΛΙΕΤΙΑ κ.α. Κάποια από αυτά έχουν μεταφραστεί στην Πολωνία και

άλλα έχουν μελοποιηθεί από τον από τον μαέστρο Τοντόρ Καμπακτσίεφ και τον Σταμάτη Καλογιάννη.



«ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ» Της ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΕΡΟΝΤΑΡΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΑΦΟΥΤΗ

 

Μέσα στις «Χρονικές Δευτερεύουσες» η Ειρήνη Γεροντάρα, βρίσκεται σε ένα αδιάκοπο, κρυφό κυνηγητό με τον χρόνο. Από την εποχή της προετοιμασίας για τα πρώτα πετάγματα της, στα χρόνια της εφηβείας, μέχρι και σήμερα, στα τωρινά ώριμα χρόνια. Με υπαρξιακά ερωτηματικά για την συνέχεια της ζωής. Κυρίως όμως για το αναπόφευκτο τέλος της.

Από το πρώτο ποίημα της συλλογής θα μοσχοβολήσουν τα παιδικά της χρόνια. Η τρυφερή ανάμνηση των παιδικών χρόνων με τις θαλασσοδαρμένες βάρκες, τον νοτισμένο βασιλικό, την μυρωδιά των εσπερινών και της ταπεινοφροσύνης, το αλέρωτο καλό φουστάνι, πιστή στην προσταγή της μάνας της.

Από τότε αρχίζει η προετοιμασία. Προετοιμασία για τα αναπάντεχα μελλούμενα της ζωής. Θα μας μιλήσει για τα φθινοπωρινά δάκρυα με τα οποία προσπαθούσε να μαλακώσει τους κρύους χειμώνες. Ήθελε να διώξει τον φόβο για εκείνες τις άδειες ψυχές που θα συναντούσε στην ζωή της.

Είναι στην φύση μας, «Ας μην το κρύβουμε. Διψάμε για ουρανό», όπως έγραψε ο Μίλτος Σαχτούρης. Μέσα στο χρόνο που δεν σταματά, η ποιήτρια γύρευε την Άνοιξη για να ευωδιάσει τον κόσμο της. Μα αυτή η Άνοιξη αργοπορούσε. Και κάποτε πέρασε έξω από την πόρτα της χωρίς να σταματήσει.

Θα γράψει : «Τι τα θες, όλα στην ώρα τους οφείλουν να γίνονται αλλιώς τελειώνουν σύντομα προτού καν αντιληφθείς πως άρχισαν.»

Δεν ήξερε ότι η διάψευση των προσδοκιών είναι η αναπόφευκτη μοίρα της ύπαρξης μας. Και όπως έχει ειπωθεί θα πρέπει: «Να σελώνεις τα όνειρα σου πριν τα καβαλήσεις».

Αγωνιά για τον χρόνο. Ο χρόνος βαδίζει σταθερός και αμείλικτος. Όσο περνά το μεν πνεύμα πρόθυμο αλλά το σώμα ασθενεί. Μόνο η καρδιά ακολουθεί το ρυθμό του χρόνου, όλα τα άλλα υποτάσσονται στο αναπόφευκτο με τα χέρια ψηλά.

Θα μας πει : «Μα ήταν του χρόνου τα δάκρυα που πόνεσαν πιότερο απ’ αυτά της καρδιάς. Σαν εκείνος τελείωνε, αυτή ακμαία, αγέρωχη πορευόταν ξέφρενη σ’ ονειρικούς παφλασμούς μ’ ένα σώμα αδύναμο ν’ ακλουθεί».

2.

Ο Έρωτας είναι διάχυτος στα ποιήματα της Ειρήνης. Όμως δεν είναι ύμνοι στολισμένοι με τα συνήθη αστραφτερά κι αθώα τιμαλφή. Θυμάται έντονα τον παιδικό έρωτα. Την ιερή στιγμή, όπου όλοι και όλα μυρίζουν φρεσκοστυμμένο λεμόνι. Θυμάται το γαλάζιο βλέμμα του αγοριού, να σκαρώνει σκαριά για να ταξιδέψουν σε όνειρα νιότης. Μα τα χάδια είναι ανήμπορα για χαρταετούς και μεγάλα πετάγματα

στον ουρανό. Και η ψευδαίσθηση διαλύεται απ’ την αλήθεια. Γιατί όπως θα πει : «Η ζωή πάντα κερδίζει», μα «τα φτερά μιας πεταλούδας πάντα αντέχουν».

Είναι η διακύμανση της ερωτικής σχέσης, με τις μεγαλοπρεπείς μικρότητες και την επιστροφή στην πρωτόπλαστη αθωότητα. Την ακούνε να λέει: «Ίσως μια μέρα, αν ορκιστώ στην αγάπη και ν’ αθετήσω τον όρκο μου. Ίσως τότε, εγώ να μην είμαι εντός της ψυχής μου». Όμως ο αληθινός έρωτας δεν γνωρίζει εγωισμούς, φόβους κι άγαρμπες συμπεριφορές. Ο έρωτας είναι η βαθιά συνομιλία και η αφοσίωση. Να διαβάσετε εκείνη την ερωτική συνομιλία στις «Καθημερινές Ασκήσεις». Με το τζιμάνι παιδί που ονειρεύεται την παιδικότητα που χάθηκε και που όμως διαρκώς αναζητά το αυθεντικό και το πρωτόπλαστο: «τότε που ήταν παιδί κι έκοβε νεράντζια και τα πέταγε στους δρόμους τους κατηφορικούς να τα κοιτά να κυλάνε». Τώρα με τα μπλουτζίν, τα φρέντο εσπρέσσο και την πρωινή γκαρσόνα του καφέ, τον κυκλώνει η νοσταλγία. Για εκείνα τα Σαββατόβραδα της προσμονής και της αγκαλιάς : «Να προσμένει τα Σάββατα. Γιατί χωρίς εκείνην μοιάζανε Δευτέρες».

Κάποτε η ποιήτρια σωπαίνει μπροστά στα μελαγχολικά, ερωτικά αδιέξοδα. Όταν στον απολογισμό του έρωτα, νοιώθει να περιτριγυρίζεται από ανολοκλήρωτα «τώρα». Όταν διαπιστώνει ότι ο Μαραθώνας δεν ήταν παρά χώμα και νερό. Κι ότι κάθε θυσία απαξιώθηκε μέσα σε αλαλαγμούς και ζητωκραυγές. Τότε θα κατεβάσει το μολύβι και θα παραδεχθεί: «Στο έλεγα πως δίχως εσένα τα λόγια δεν έχουν αξία. Ρήμαξε ο κήπος. Ξεράθηκε κείνη η τριανταφυλλιά που πότιζες μ’ ευλάβεια. Ούτε σπουργίτι δεν έρχεται πια. Τι να τα κάνω τα δώρα αν δεν σε περιέχουν;»

Απρόβλεπτος κι αδίστακτος και ο χρόνος και ο έρωτας. Το ΠΟΤΕ και το ΠΑΝΤΑ μοιάζουν με ανορθογραφίες της ζωής, συχνά μας ξεφεύγουν εν επιγνώσει μας. Και το βασανιστικό ερώτημα παραμένει : Φεύγει ο έρωτας με τον χρόνο ή ο χρόνος φεύγει μέσα σε έναν διαρκή έρωτα;

3

Κάθε στίχος αποπνέει την αγωνία για την ζωή, την αγωνία για την ύπαρξη μας. Κάνει συχνά τον απολογισμό, για να προσδιορίσει το πρόσημο της πορείας μας. Για να χαράξει καινούρια σημάδια και αν ξεκινήσει από την αρχή, με βήματα βελτιωμένα για να ξεφύγει από τα αδιέξοδα. Γράφει η ποιήτρια: «Τα φθινόπωρα της ζωής έρχονται συνήθως σαν μιας αρχαίας τραγωδίας την κάθαρση. Να μεταβαίνεις στον Χειμώνα, άσπιλος, όπως γεννήθηκες. Να κλείνει ο κύκλος». Προσομοιάζει την ζωή με τον κύκλο των εποχών, ώσπου κλείνει ο κύκλος για να παραδοθούμε, Έτσι άσπιλοι και αμόλυντοι να σβήσουμε τον ανερμήνευτο κύκλο της ζωής μας.

Ψάχνει για την καταγωγή και τον τελικό προορισμό. Που και πότε χαράζει. Που και πότε θα βραδιάσει. Όταν φύγει η πλάνη και αντικρίζει το αληθινό πρόσωπο της ζωής, έχει πάρει να βραδιάζει. Κάπου αλλού θα ξημερώσει, ίσως την ίδια πλάνη κουβαλώντας. Μας βεβαιώνει: «Κάπου αλλού θα ξημερώσει σίγουρα. Εδώ, όμως, πήρε να βραδιάζει».

Ωστόσο, ένας ανεξήγητος φόβος την ώθησε να μπάσει την ζωή μέσα σε οδυνηρές παρενθέσεις για να την προστατέψει από τις συναρτήσεις του αγνώστου. «Έκλεισα τη ζωή μου σε παρένθεση από το φόβο μήπως και τη ζήσω» Έτσι λησμόνησε να ζήσει, στερήθηκε εκείνη τη ζωή που προχωράει με θορύβους και ζητωκραυγές. Όμως, μέσα από την εκούσια παρένθεση ξόδεψε την αγάπη που περιείχε. «Να ζεις όπως σ’ αρέσει ακόμα κι από την παρένθεση γιατί ο χρόνος είναι λίγος και τελειώνει».

4

Η μοναξιά είναι θέμα αγαπημένο της ποιήτριας. Ακροβατεί πάνω στις διάφορες εκδοχές της και συχνά οπλίζεται με την απόφαση να την αποτινάξει και να λυτρωθεί. Η ερημιά που είναι συνώνυμη της μοναξιάς, που είναι ταίρι της ένδον ξενιτιάς, που γυροφέρνει εντός μας και δεν μας αφήνει να γευτούμε τις ομορφιές της ζωής και τις άγριες αμαρτίες μας. Θα γράψει: « Πίσω μου τα Χτες, γκρεμός που έχασκε μπροστά του Τώρα πηχτό σκοτάδι. Την μοναξιά μου κοίταξα κατάματα την σφιχταγκάλιασα να μου υποταχθεί».

Η μοναξιά που βαραίνει την ζωή μας, σαν την παλιά περισπωμένη, που έχει το δικό της βάρος όταν σκεπάζει τα φωνήεντα, την απασχολεί αλλά έχει πάρει την απόφαση να την ξεχάσει και να την αποτινάξει από την ψυχή της. Ποτέ δεν θα υποκύψει στη θέα της σκονισμένης βαλίτσας, όπου αποθήκευσε οριστικά τις μοναξιές που την συνέθλιψαν, Όπως θα γράψει η ποιήτρια: «Κάθε φθινόπωρο είναι μια άνοιξη που προσμένει μια αρχή. Ας μείνει για πάντα λησμονημένη αυτή η βαλίτσα».

5 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Πρόκειται για μια σπουδαία κι απολαυστική Ποίηση. Πότε μελαγχολική και πότε αποπνέει την απόφαση να συγκρουστεί με τα αδιέξοδα. Με βαθιά αυτογνωσία, με διακριτικό φιλοσοφικό στοχασμό, με προεκτάσεις που δείχνουν ότι δεν θητεύει μονάχα το ιδιωτικό της όραμα αλλά αφορά όλους μας. Και κάνοντας χρήση δικών της εκφράσεων, θα πω ότι οι στίχοι της υπενθυμίζουν «τις καταβολές και τον προορισμό μας», οι στίχοι της «ραίνουν τα σκοτάδια μας» και «χελιδονιάζουν την ψυχή μας».

Ο Πλάστης έπλασε αμέτρητους μοναχικούς πλανήτες στο μέγα στερέωμα. Ανάμεσα τους όμως, έβαλε κι έναν ήλιο γεμάτο φως.

Η Ποίηση και ο πλάστης-ποιητής έχουν μια ανά πάσα στιγμή εξελισσόμενη σχέση. Ο ποιητής θα πλάσει πολλά ποιήματα-πλανήτες. Κάποια ώριμη όμως στιγμή ανάμεσα τους θα βάλει και τα ποιήματα-ήλιος, έτσι ώστε αυτά να χωρέσουν μέσα στην ζωή των άλλων.

Η Ειρήνη Γεροντάρα με τις «Χρονικές Δευτερεύουσες» έχει ήδη προχωρήσει πολύ και πλάθει τον δικό της ήλιο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΑΦΟΥΤΗΣ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΑΦΟΥΤΗ

Ο Δημήτρης Φαφούτης γεννήθηκε στην Μενδενίτσα Λαμίας. Είναι Χημικός Μηχανικός κι εργάστηκε επί 35 χρόνια στο εργοστάσιο παραγωγής αλουμινίου, στα Άσπρα Σπίτια (Παραλία Διστόμου) στην Βοιωτία.

Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές , ένα βιβλίο δοκιμίων και μια μελέτη για το Νικηφόρο Βρεττάκο.

Είναι ιδρυτικό μέλος του Ομίλου Φθιωτών Λογοτεχνών



Homo Universalis: ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΙ...

Homo Universalis: ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΙ...:   ΧΡΟΝΙΚΕΣ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΥΣΕΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ Λένε ότι η Τέχνη ενώνει τους ανθρώπους, εγώ θα έλεγα ότι η Πο...