Τρίτη 11 Μαΐου 2021

ΛΕΞΕΙΣ

 

Ήταν θέμα εκπαίδευσης και ανατροφής, αυτή η προμελετημένη σιωπή. Κατά γενική ομολογία ήταν το καθώς πρέπει κι αξιοπρεπές να κάνεις σε κάθε περίπτωση.  «Το δύσκολο είναι να κρατήσεις την ψυχραιμία σου μα το εύκολο να γίνεις αλήτης», πάντα το υπενθύμιζε στον εαυτό του.  Και σώπαινε. Είχανε πια μαζευτεί τόμοι ολόκληροι από σιωπές. Καταγεγραμμένες με γράμματα καλλιγραφικά και όμορφα. Καθαρά, ολοστρόγγυλα γράμματα που ακολουθούσαν το ένα το άλλο πάνω στις γαλάζιες γραμμές του τετραδίου.

Εκεί γύρω στα πενήντα αποφάσισε να τις κάνει βιβλίο. «Οι ωδές των σιωπών» μια ποιητική συλλογή. Περιείχε ψιθυριστά «σ’ αγαπώ» και φωναχτά «παράτα μας». Ετοιμόλογες απαντήσεις προς τα’ αφεντικά που δεν είχε τολμήσει να αρθρώσει καθώς και παθιασμένα και λάγνα λόγια για την Πέπη που από μαθητής λάτρευε και θαύμαζε και ποθούσε. Είχε αλαλαγμούς πόνου μα κυρίως πνιχτούς λυγμούς παραπόνου και θλίψης. Συναισθήματα μαζεμένα και στοιβαγμένα στα τετράδια του . Λέξεις φοβισμένες και πνιγμένες. Αδικημένες σαν εκείνον και φιμωμένες όπως άρμοζε σε λέξεις που δυσαρεστούν.

Μα είχε έρθει ο καιρός που δεν άντεχε άλλο. Τις έκανε ποιήματα και τις πήγε για έκδοση. Γίνανε βιβλία με ποίηση.  Κι εκείνος ησύχασε. Ηρέμησε. Επιτέλους χάρηκε που τα ανείπωτα είχαν βγει στη φόρα. Και οι σιωπές απέκτησαν φωνή. Ήταν η ώρα να ζήσει ή να πνιγεί . Ίσως να ήταν το ένστικτο της επιβίωσης. Ότι κι αν ήταν τον έσωσε.

Μα κυρίως διασώθηκαν εκείνες. Οι μικρούλες κόρες του. Τα παιδιά του. Που τις έκρυβε από φόβο μην πληγώσει, μην πληγωθεί. Από ανασφάλεια και  σεβασμό  στον συνάνθρωπο που εκείνον δεν τον είχε σεβαστεί ποτέ. Από επιθυμία να μην διαφέρει. Από δειλία να μην ξεχωρίσει. Από καταναγκασμό να είναι ευγενής . Από ανάγκη να επιβιώσει. Τώρα είχε τελειώσει με τις δικαιολογίες. Τώρα ήταν η στιγμή να ωριμάσει. Τώρα έπαιρνε την ζωή του πίσω. Απαγγέλοντας όλες τις καλά κρυμμένες λέξεις της ψυχής του.  Ρ.Γ.




 

Κυριακή 9 Μαΐου 2021

Η ΜΑΝΑ

 


Ήταν αυτή η ανεξέλεγκτη ξεγνοιασιά. Αυτή ακριβώς που ηχούσε ρυθμικά μέσα στο στήθος κάθε που ξεπόρτιζα. Σαν να με βάραινε αυτή η αυστηρότητα των «μη» που έπρεπε να υπομένω και να τηρώ  μέσα στο σπίτι, ώστε μόλις έκλεινα πίσω μου την εξώπορτα έφτανα σε χρόνο ρεκόρ στην πλατεία. Τόσο γρήγορα που ούτε η μάνα πρόφταινε να με δει. Πάντα με έψαχνε. Γυρνούσε στα σοκάκια να με φωνάζει. Κι εγώ κρυμμένη πότε σε μια ξένη αυλή, πότε πίσω από τη ρόδα ενός φορτηγού απ’ αυτά που ξεμπάρκαραν απ’ τα ποστάλια. Αγωνία η μάνα. Άκουγα τον τριγμό στη φωνή της. Έσπαζε ο ήχος καθώς φώναζε τ’ όνομα μου. Κι εγώ, η βάναυση, να μην απαντώ. Είχα έτοιμη την δικαιολογία. «Μα θα με έφτυνε ο Νικόλας»  μέσα σε αναφιλητά και δάκρυα, όταν με ξετρύπωνε η Μαρίκα  και απ’ τ’ αυτί με οδηγούσε στην συμμόρφωση.

Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια. Ξεπόρτιζα μόλις έτρωγα το πρωινό. Πάλι κρυφτό, κυνηγητό με την παπαλίνα της γειτονιάς. Ούτε να το πω, ούτε να ενημερώσω, ούτε να ζητήσω άδεια. Χαμένη στον κόσμο μου να προλάβω να παίξω. Αυτό την έφερνε στα όρια της τη Μάνα. Νόμιζε πως μ’ έχανε. Δεν καταλάβαινα. Τίποτα. Μόνο απορούσα που αντιδρούσε έτσι. Που θύμωνε και με τιμωρούσε. Κι όσο θύμωνε εκείνη, τόσο αντιδρούσα και πείσμωνα και έκανα χειρότερες ζαβολιές. Τόσο κακομαθημένο ήμουν. Τόσο την θεωρούσα δεδομένη. Τόσο απόλυτη και βέβαιη για την αγάπη αυτή. Την τεράστια κι ευρύχωρη. Γιατί όταν πέθανε κανείς δεν με γύρευε πια στις γειτονιές.  Ρ. Γ.


(ΦΩΤΟΓΡΑΦΊΑ: Ηπειρώτισσα Μάνα» του χθες μέσα από τον φωτογραφικό φακό του Κώστα Μπαλάφα)